Ο Ντόναλντ Τραμπ μόλις δέχθηκε βαρύ πλήγμα στις ενδιάμεσες εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο έλεγχος και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου πέρασε στους Δημοκρατικούς. Κάποια βρετανικά μέσα μιλούν για «σεισμό». Δεν ήταν. Το αποτέλεσμα μπορούσε να προβλεφθεί από τον Φεβρουάριο, όταν άρχισε η πιο πρόσφατη φάση του πολέμου με το Ιράν, σημειώνει σε ανάλυσή του ο Βρετανός διπλωμάτης Ian Proud (στην επάνω φωτογραφία του Reuters/Eric Lee εικονίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ).
Η εξωτερική πολιτική αρχίζει μέσα στη χώρα και εκεί τελειώνει. Οι περισσότεροι πολίτες αδιαφορούν εντελώς για αυτήν, ώσπου να θίξει άμεσα τα συμφέροντά τους. Ο Τραμπ άφησε τους Αμερικανούς φτωχότερους και λιγότερο ασφαλείς. Η πολιτική του στο εξωτερικό γύρισε μπούμερανγκ, κάτι που φαινόταν εξαρχής.
Οι περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται στην εξωτερική πολιτική μόνο όταν αυτή αρχίζει να χτυπά την ευημερία τους ή το αίσθημα ασφάλειάς τους.
«Το κόστος του πολέμου κατά του Ιράν έφτασε στην τσέπη των απλών Αμερικανών πολιτών» (φωτογραφία Reuters/Mike Blake)
Ο Τραμπ βρέθηκε μπροστά σε απλό δίλημμα: να κλείσει νωρίς τον πόλεμο με το Ιράν και να φανεί αδύναμος ή να τον τραβήξει και να φανεί ανίκανος. Το επισήμαινε από την αρχή. Ο Αμερικανός πρόεδρος διάλεξε τη δεύτερη εκδοχή.
Το ιρανικό κράτος στέκει ακόμη όρθιο. Χρόνια κυρώσεων το είχαν ήδη ωθήσει να χτίσει μια «οικονομία αντίστασης». Ως βασική απάντηση έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ και, μαζί με τους Χούθι, διατάραξε τη ναυσιπλοΐα στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ενώ έπληξε και την πετρελαϊκή παραγωγή της Σαουδικής Αραβίας.
Ακολούθησε παγκόσμιο οικονομικό σοκ. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ επηρεάστηκαν και ο πληθωρισμός τροφοδοτήθηκε σε όλο το φάσμα της οικονομίας. Οι απλοί Αμερικανοί πολίτες το ένιωσαν στην τσέπη τους και τέλος δεν φαινόταν πουθενά. Ο Τραμπ, στο μεταξύ, εξακολουθούσε να μιλά για νίκη.
Οι περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται ελάχιστα με την εξωτερική πολιτική. Την προσέχουν μονάχα όταν αρχίζει να πλήττει την ευημερία ή την αίσθηση ασφάλειάς τους. Φέτος αρκετοί Αμερικανοί έκαναν αυτή τη σύνδεση. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα συνετρίβη στις ενδιάμεσες. Οι Δημοκρατικοί έστρεψαν την προεκλογική εκστρατεία κυρίως στην οικονομία και αυτό αρκούσε.
Πολιτικά ξοφλημένος
Δασμοί, κυρώσεις, συμφωνίες και απειλές δοκιμάστηκαν από τον Τραμπ. Τίποτα δεν έλυσε το βασικό πρόβλημα που προκάλεσε ο πόλεμος. Πλέον είναι ξοφλημένος, αυτό που αποκαλείται «lame duck».
Η εξωτερική πολιτική οφείλει να υπηρετεί τα θεμελιώδη συμφέροντα μιας χώρας. Αλλιώς αποτυγχάνει. Τα συμφέροντα αυτά μένουν πάντα τα ίδια.
Τα σύνορά σας είναι ασφαλή;
Οι πολίτες σας είναι ασφαλείς;
Η χώρα σας ευημερεί;
Όλα τα άλλα μένουν δευτερεύοντα. Οι αξίες και το αίσθημα λύπης για την Ουκρανία, σε τελική ανάλυση, δεν απασχολούν τους ψηφοφόρους.
Το Ιράν βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν απειλεί αμερικανικό έδαφος. Ποτέ δεν στάθηκε πειστική η ιδέα ότι συνιστά υπαρξιακή απειλή για τους απλούς Αμερικανούς. Ο πόλεμος τους έκανε φτωχότερους. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο απέτυχε.
Το ίδιο μάθημα αφορά και την Ευρώπη. Εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια τα κόμματα του πολιτικού κατεστημένου βλέπουν τον πόλεμο στην Ουκρανία ως ηθική σταυροφορία, το κόστος της οποίας καλούνται απλώς να σηκώσουν οι απλοί πολίτες. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ελάχιστα για την Ουκρανία ή τη Ρωσία και νοιάζονται ακόμη λιγότερο.
Για ένα διάστημα οι κυβερνήσεις κρατούσαν τη συναίνεση με καθημερινό, καταιγιστικό βομβαρδισμό προπαγάνδας. Πλέον η τακτική αυτή φθίνει.
Οι Ευρωπαίοι βγαίνουν φτωχότεροι
Εξαιτίας του πολέμου οι Ευρωπαίοι δεν αισθάνονται ασφαλέστεροι. Αισθάνονται φτωχότερους. Η ενέργεια κοστίζει ακριβά, οι βιομηχανικές θέσεις εργασίας χάνονται στη Γερμανία, το χρέος μεγαλώνει στη Βρετανία και οι δημόσιες υπηρεσίες πιέζονται στη Γαλλία.
Η Γερμανίδα υπουργός Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ δήλωσε ότι δεν την ενδιαφέρει τι πιστεύουν οι ψηφοφόροι της και ότι θα δώσει προτεραιότητα στους Ουκρανούς. Με τον τρόπο αυτό έδειξε, όσο χαρακτηριστικά γίνεται, πού έκανε σοβαρό λάθος η Ευρώπη: έπαψε να βλέπει τα θεμελιώδη στρατηγικά της συμφέροντα.
«Οι Ευρωπαίοι δεν νιώθουν ασφαλέστεροι από τον πόλεμο. Νιώθουν φτωχότεροι» (φωτογραφία Reuters/Kacper Pempel)
Ούτε οι αξίες ούτε η ευνοϊκή στάση απέναντι στην Ουκρανία συνιστούν θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα.
Οι θιασώτες της παγκοσμιοποίησης κατάφεραν να ξεφύγουν για μερικά χρόνια. Οι ψηφοφόροι, όμως, το έχουν πλέον αντιληφθεί.
Σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη η υποστήριξη μετατοπίζεται σε κόμματα που προτάσσουν τα εσωτερικά ζητήματα και τα εθνικά συμφέροντα.
Στη Γερμανία έγιναν διαδηλώσεις για το κόστος ζωής. Στη Γαλλία υπάρχουν κινητοποιήσεις για τα σχολεία και το κράτος πρόνοιας, ενώ τα χρήματα εξακολουθούν να κατευθύνονται στην Ουκρανία.
Η Βρετανία μόλις έστειλε επιπλέον 10 δισεκατομμύρια λίρες στην Ουκρανία. Την ίδια ώρα οι τόκοι για το δημόσιο χρέος πλησιάζουν τα 109 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως. Η κυβέρνηση της Πολωνίας ανησυχεί ήδη ενόψει των επόμενων εκλογών. Η κυβέρνηση του Τουσκ επιχείρησε να στήσει συνταγματικό πραξικόπημα.
Πόλεμος που επιλέγεται, όχι πόλεμος ανάγκης
Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι «πόλεμος εξ ανάγκης» για τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία ή την υπόλοιπη ΕΕ. «Πόλεμος εξ ανάγκης» είναι εκείνος που γίνεται για αυτοάμυνα, όταν δέχεται επίθεση η ίδια η χώρα.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας πρόκειται για «πόλεμο επιλογής».
Όσο περισσότερο διαρκεί, χωρίς σαφές όφελος για τους απλούς πολίτες, τόσο δυσκολότερα δικαιολογείται.
Το πρόβλημα το επιδεινώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία δεν περνά από κάλπες. Οι εθνικές κυβερνήσεις εκχώρησαν κρίσιμες αποφάσεις σε μη εκλεγμένο όργανο στις Βρυξέλλες και έπειτα ζήτησαν από τους ψηφοφόρους τους να επωμιστούν το κόστος. Το δημοκρατικό έλλειμμα έτσι διευρύνεται.
Αλλιώς έχουν διαχειριστεί τις καταστάσεις τους η Ρωσία και η Κίνα. Οι Ρώσοι, σε μεγάλο βαθμό, βλέπουν τον πόλεμο στην Ουκρανία ως πόλεμο ανάγκης. Η πολιτική κινητοποίηση γίνεται έτσι ευκολότερη, μολονότι το ανθρώπινο και το οικονομικό κόστος είναι πραγματικό.
Η Ρωσία, επιπλέον, έχει προφυλάξει τον πληθυσμό της από τις χειρότερες οικονομικές επιπτώσεις πολύ αποτελεσματικότερα από την Ευρώπη. Η ανεργία μένει χαμηλή, οι μισθοί έχουν ανέβει και το κράτος δεν έχει βρεθεί υπό την ίδια δημοσιονομική πίεση.
Το κέντρο βάρους γέρνει προς την Ανατολή
Η Κίνα έχει μείνει εντελώς έξω από μεγάλους πολέμους. Έχει συγκεντρωθεί στη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη, στη βιομηχανική δυναμικότητα και στην τεχνολογική πρόοδο. Δεν διακινδύνευσε αυτή την πορεία με εισβολή στην Ταϊβάν. Η στρατηγική της είναι μακράς πνοής.
Η διαφορά φαίνεται καθαρά. Οι Αμερικανοί γίνονται φτωχότεροι λόγω του πολέμου που σχετίζεται με το Ιράν. Οι Ευρωπαίοι γίνονται φτωχότεροι λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και από την πρόσθετη πίεση που φέρνει ο πόλεμος που σχετίζεται με το Ιράν.
«Την επόμενη φορά που οι ψηφοφόροι τους θα κληθούν να διαλέξουν ποιος θα είναι στο τιμόνι, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πάρουν το μάθημά τους» (φωτογραφία του Reuters/Abdul Saboor από τις προχθεσινές διαδηλώσεις στο Παρίσι)
Οι Ρώσοι δεν βρίσκονται στην ίδια οικονομική στενωπό. Οι Κινέζοι ηγέτες, ως τώρα, έχουν αρνηθεί να διακινδυνεύσουν τα οικονομικά τους κέρδη για χάρη ενός πολέμου.
Για τον λόγο αυτό το παγκόσμιο κέντρο βάρους εξακολουθεί να μετατοπίζεται προς την Ανατολή. Τα κυρίαρχα κόμματα της Ευρώπης έχουν πλέον μπροστά τους σειρά εκλογικών αναμετρήσεων μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.
Στο καλεντάρι περιλαμβάνονται η Γαλλία, η Πολωνία, η Γερμανία και η Βρετανία. Όσοι ψηφοφόροι συνδέουν την πτώση του βιοτικού επιπέδου με τις επιλογές εξωτερικής πολιτικής θα τιμωρήσουν τα υπεύθυνα κόμματα, ακριβώς όπως οι Αμερικανοί ψηφοφόροι τιμώρησαν τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς.
Χρόνος για αλλαγή πορείας υπάρχει ακόμη. Τα κυρίαρχα κόμματα στην Ευρώπη μπορούν να βάλουν σε προτεραιότητα τις εσωτερικές συνθήκες. Ελάχιστα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι θα κινηθούν έτσι.
Το μάθημα θα έρθει από τους ψηφοφόρους
Έχουν δεχθεί κακές συμβουλές και διστάζουν να ομολογήσουν την αποτυχία τους. Στην περίπτωση της Ευρώπης είναι, επιπλέον, δομικά ανίκανα να συντονίσουν συγκροτημένη στρατηγική που να καλύπτει 27 κυβερνήσεις, συν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι επιτροπές δεν κερδίζουν πολέμους.
Η εξωτερική πολιτική ξεκινά πάντοτε από το εσωτερικό μιας χώρας και εκεί καταλήγει. Ο Τραμπ μόλις πήρε αυτό το μάθημα με τον δύσκολο τρόπο.
Οι ηγέτες της Ευρώπης θα το πάρουν την επόμενη φορά που οι ψηφοφόροι τους θα κληθούν να επιλέξουν ποιον θέλουν στο τιμόνι.
* Ο Ian Proud διετέλεσε Βρετανός διπλωμάτης επί 24 χρόνια, από το 1999 έως το 2023. Έχει εκτενή εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων και ασχολήθηκε με τη Ρωσία κατά την τελευταία δεκαετία.

































